Παράνομος, σύμφωνα με δικαστική απόφαση, ο συμψηφισμός με τις απαιτήσεις της τράπεζας λογαριασμού ο οποίος είναι ακατάσχετος.
Ούτε ευρώ δεν έμεινε στον λογαριασμό μισθοδοσίας καθηγήτριας Πανεπιστημίου μετά την μονομερή ενέργεια της τράπεζας να τον κατασχέσει, λόγω των ληξιπρόθεσμων οφειλών της από στεγαστικό δάνειο.
Αν και η τράπεζα γνώριζε πως ο συγκεκριμένος καταθετικός λογαριασμός είχε δηλωθεί ως ακατάσχετος, προχώρησε στην κατάσχεσή του, συμψηφίζοντας τα χρήματα από τη μισθοδοσία της δανειολήπτριας με τις απαιτήσεις της από τις οφειλές της.
Συγνώμη, λάθος εκ παραδρομής!!!
Μετά την άμεση αντίδραση της δανειολήπτριας η οποία προσέφυγε στη Διεύθυνση Προστασίας Καταναλωτή της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή (Γ.Γ.Κ.), η τράπεζα επέστρεψε τα χρήματα στο λογαριασμό της. Σε υπόμνημα μάλιστα που συνέταξε, ανέφερε πως εκ παραδρομής παρακράτησε το επίμαχο ποσό των 2.373,57 ευρώ για την εξυπηρέτηση των ληξιπρόθεσμων δανειακών οφειλών της . Σε έγγραφό της, η τράπεζα ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «προέβη στην άσκηση δικαιώματος συμψηφισμού, βάσει των Γ.Ο.Σ. που περιλαμβάνονται στη σχετικώς καταρτισθείσα δανειακή σύμβαση» οι οποίοι προβλέπουν ότι « «Η δυνατότητα συμψηφισμού του προϊόντος της κατάθεσης με ανταξιώσεις της τράπεζας κατά του καταθέτη -και μόνον κατόπιν εγγράφου δηλώσεως της περιερχομένης σε αυτόν, στη δηλωθείσα από τον καταθέτη διεύθυνση- διέπεται από τις διατάξεις του Α.Κ.».
Προσπαθώντας δε να δικαιολογήσει το ..λάθος της, η τράπεζα ανέφερε: « Επειδή η καταγγέλλουσα δεν πληρώνεται ανά μήνα από την υπηρεσία της, αλλά μετά το πέρας κάθε ακαδημαϊκού εξαμήνου, ως εκ τούτου εκ παραδρομής θεωρήθηκε ότι μέρος του ποσού, που πιστώθηκε στο λογαριασμό της, ήταν δεκτικό συμψηφισμού έναντι των ανταπαιτήσεων της τράπεζας, ωστόσο, μετά την υποβολή αιτήματος αντιλογισμού από την καταγγέλλουσα και διερεύνηση της υπόθεσης, διαπιστώθηκε ότι η συγκεκριμένη πίστωση αφορούσε σε μισθοδοσία προηγουμένων μηνών και έγιναν οι απαιτούμενες αντιλογιστικές κινήσεις, ώστε το ποσό που παρακρατήθηκε να της επιστραφεί στο ακέραιο». Όπως υποστήριξε δε στο υπόμνημά της η τράπεζα ότι «κατά το χρόνο άσκησης του εκ του νόμου, αλλά και συμβατικώς συμφωνηθέντος δικαιώματος συμψηφισμού, δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει την προέλευση των χρημάτων της πελάτισσας, τα οποία σε κάθε περίπτωση υπερέβαιναν το ύψος του εκ του νόμου ακατάσχετου μισθού, ώστε να θεωρηθεί ότι υπαίτια υπέπεσε στην αποδιδόμενη σε αυτή παράβαση του άρθρου 2 παρ. 6 και 8 παρ. 1 του ν. 2251/1994».
Στο κενό ο ισχυρισμός της τράπεζας περί μεμονωμένου περιστατικού
Σε διαφορετικό όμως συμπέρασμα κατέληξε η Διεύθυνση Προστασίας Καταναλωτή, η οποία, μετά από σχετικό έλεγχο, διαπίστωσε ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό, όπως επιχείρησε να το παρουσιάσει η τράπεζα. «Υπάρχουν και προγενέστερες παρόμοιες περιπτώσεις συμψηφισμού απαιτήσεων της τράπεζας με ακατάσχετες απαιτήσεις», υπογραμμίζει στην εισήγησή της η Διεύθυνση Προστασίας Καταναλωτή και συμπληρώνει πως όσες έφτασαν στα Διοικητικά Δικαστήρια, δικαιώθηκαν οι καταγγέλλοντες.
Παράνομος και καταχρηστικός ο όρος συμψηφισμού
«Η τράπεζα η οποία παρανόμως προβαίνει σε συμψηφισμό ακατάσχετης απαίτησης παραβαίνει το άρθρο 8 ν. 2251/1994», επισημαίνει η εισήγηση και προσθέτει πως ο επίμαχος όρος με τον οποίο « ο οφειλέτης εξουσιοδοτεί, ήδη από τη σύναψη της σύμβασης, ανέκκλητα την τράπεζα να χρεώνει με κάθε ληξιπρόθεσμη και απαιτητή οφειλή της από τη μεταξύ τους σύμβαση, οποιοδήποτε λογαριασμό του, είναι μη νόμιμος, κατά την έκταση που επιτρέπει τον συμψηφισμό της απαίτησης με ποσό που υπάγεται στο ακατάσχετο της παρ. 3 του άρθρου 982 του ΚΠολΔ». Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην εισήγηση, «απαγορεύεται η εκχώρηση ή ο συμψηφισμός που γίνεται κατά τα ανωτέρω, κάθε δε αντίθετη συμφωνία είναι άκυρη κατά το άρθρο 174 ΑΚ. Εξάλλου, ο επίμαχος όρος, που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης και ως τέτοιος υπόκειται, σύμφωνα με την παρ. 10 του άρθρου 2 του ν. 2251/1994, σε έλεγχο του περιεχομένου του με τα άρθρα 2 παρ. 6 και 7 του αυτού νόμου…. είναι καταχρηστικός ως αδιαφανής, έχει ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή ενώ δημιουργεί σύγχυση και ανακριβείς εντυπώσεις στον καταναλωτή, σχετικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του…»
Η δικαίωση
Η Διεύθυνση Προστασίας Καταναλωτή εισηγήθηκε την επιβολή προστίμου ύψους 60.000 ευρώ στην τράπεζα η οποία όμως άσκησε προσφυγή για την τροποποίησή του. Τελικά το Μονομελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, επέβαλε στην τράπεζα πρόστιμο 30.000 ευρώ.
Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης « ο επίμαχος όρος, ο οποίος ως διατυπωμένος εκ των προτέρων, ίσχυε για απροσδιόριστο αριθμό καταναλωτών, που σύναπταν συμβάσεις χορήγησης πίστωσης με την εκκαλούσα-εφεσίβλητη τράπεζα, αποτελεί Γ.Ο.Σ., είναι μη νόμιμος και καταχρηστικός».
Τι αναφέρει η τελεσίδικη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου
Με ακριβώς το ίδιο σκεπτικό, επικυρώθηκε η επιβολή του προστίμου των 30.000 ευρώ από το Διοικητικό Εφετείο της Αθήνας, το οποίο με την υπ’ αρ. 1434/2026 απόφασή του έκρινε ότι πρόκειται για «μη νόμιμο και καταχρηστικό γενικό όρο συναλλαγών, τον οποίο μάλιστα η εκκαλούσα-εφεσίβλητη τράπεζα εφάρμοσε, ανεξαρτήτως εάν αυτή γνώριζε ότι επρόκειτο για ακατάσχετης φύσης ποσό».
Λαμβάνοντας υπόψη, όπως σημειώνει η απόφαση, «το είδος, τη φύση και τη σοβαρότητα των παραβάσεων ….σε συνδυασμό με το σκοπό για τον οποίο προβλέπεται η επιβολή του (προστασία των καταναλωτών)», στηλιτεύει την ενέργεια της τράπεζας να κατασχέσει τον λογαριασμό μισθοδοσίας της καταγγέλλουσας.
Όπως αναφέρεται στην απόφαση, ο επίμαχος όρος που επιτρέπει την εκχώρηση ακατάσχετων απαιτήσεων – όπως είναι οι αποδοχές, έχει ως αποτέλεσμα, « «η τράπεζα να προβαίνει, μονομερώς και αιφνιδιαστικά, σε ανάληψη χρηματικών ποσών από τους λογαριασμούς μισθοδοσίας των καταναλωτών-πελατών της, στερώντας τους στοιχειώδη μέσα βιοπορισμού τους, δημιουργώντας σε βάρος τους σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών και προκαλώντας σε αυτούς, παράνομα και υπαίτια, ζημία».




