ΜΟΕ τουρκικής έμπνευσης για ακύρωση της Απόφασης-ράπισμα του
Ευρωδικαστηρίου για το ψευδοκράτος
Νότης Μαριάς, Καθηγητής Θεσμών της ΕΕ στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, πρώην
Ευρωβουλευτής και Βουλευτής Ηρακλέιου, notismarias@gmail.com
Με τη γνωστή τακτική του «πάρτα όλα» αντέδρασε η Τουρκία στην επίσκεψη στη
Μεγαλόνησο του ειδικού απεσταλμένου της ΕΕ για το Κυπριακό Ρομπέρτο Φίτο.
Έτσι στα πλαίσια των δήθεν Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ) το
ψευδοκράτος μέσω του εγκάθετου της Άγκυρας Τουφάν Έρχιουρμαν δήλωσε ότι
απαιτεί να τεθεί χωρίς καθυστέρηση σε ισχύ «ο Κανονισμός για το άμεσο εμπόριο»
(https://turkishpress.com 1/8/2026) που θα «επέτρεπε στα τουρκοκυπριακά προϊόντα
—κατόπιν πιστοποίησής τους από το Τουρκοκυπριακό Εμπορικό Επιμελητήριο— να
εξάγονται απευθείας στην Ευρώπη μέσω της Πράσινης Γραμμής και να τυγχάνουν
προνομιακής μεταχείρισης εντός της ευρωπαϊκής ενιαίας αγοράς, ως ευρωπαϊκά
προϊόντα» (https://cyprus-mail.com 1/8/2026).
Στην ουσία το ψευδοκράτος ζητά την ανατροπή της περίφημης απόφασης του
Ευρωδικαστηρίου της 5ης Ιουλίου 1994 στην υπόθεση C-432/92 που καθόρισε ότι
η εξαγωγή προϊόντων του ψευδοκράτους μπορεί να γίνεται στην ΕΕ μόνο μέσω της
Κυπριακής Δημοκρατίας.
Πρόκειται για μια απόφαση του τότε Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
(ΔΕΚ) η οποία όπως επισήμανα στο βιβλίο μου «Για Μια Ευρωπαϊκή Ένωση των
Πολιτών και της Αλληλεγγύης» Εκδόσεις Δαρδανός, 1997, σελ. 134, «έκλεισε το
δρόμο στην de facto αναγνώριση του ψευδοκράτους του Ντενκτάς».
Στο πλαίσιο αυτό το ΔΕΚ τόνισε: «α) Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι κυρίαρχο
κράτος, αναγνωρισμένο απ' όλα τα κράτη μέλη της Κοινότητας. Το Σύνταγμα της
θεσπίστηκε το 1960 και το έδαφός της περιλαμβάνει το σύνολο της νήσου, εκτός των
περιοχών των ανεξαρτήτων βάσεων. β)Το Ηνωμένο Βασίλειο και τα άλλα κράτη
μέλη δεν αναγνωρίζουν» το ψευδοκράτος (σκέψη 13). Και συνέχισε «η de facto
διχοτόμηση του εδάφους της Κύπρου, συνεπεία της επεμβάσεως του τουρκικού
στρατού το 1974, σε μια ζώνη όπου οι αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας
εξακολουθούν να ασκούν όλες τους τις αρμοδιότητες και σε μια ζώνη όπου αυτές δεν
μπορούν de facto να τις ασκούν, δημιουργεί προβλήματα που είναι δύσκολο να
λυθούν στο πλαίσιο της εφαρμογής της συμφωνίας συνδέσεως επί του συνόλου της
Κύπρου, αλλά δεν συνάγεται από αυτό ότι δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη οι σαφείς,
συγκεκριμένες και άνευ όρων διατάξεις του πρωτοκόλλου του 1977 περί της
καταγωγής των προϊόντων και της διοικητικής συνεργασία » (σκέψη 37).
Με τον τρόπο αυτόν το ΔΕΚ αποφάνθηκε ότι αποκλείεται η συνεργασία της
Κοινότητας με τις αρχές του ψευδοκράτους και οριοθέτησε πολιτικά και νομικά τις
μελλοντικές σχέσεις της ΕΕ με την Κυπριακή Δημοκρατία ενόψει μάλιστα της τότε
επικείμενης ένταξής της στην Ένωση.
Τη σημαντική αυτή απόφαση του ΔΕΚ είχα την ευκαιρία να αναδείξω τότε με δύο
άρθρα μου στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία στις 30/10/1994 και στις 29/3/1997.
Μάλιστα ακόμη πιο κατηγορηματικός και από το ΔΕΚ ήταν ο τότε Γενικός
Εισαγγελέας στην εν λόγω Υπόθεση Claus Gulmann ο οποίος στις Προτάσεις του
στις 20/4/1994 τόνισε απερίφραστα ότι «η τουρκική εισβολή και η de facto
διχοτόμηση της νήσου που προκλήθηκε από αυτήν αναφέρθηκαν σε σειρά
ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών και της Γενικής
Συνελεύσεως των Ηνωμένων Εθνών, όπως τα Ψηφίσματα του Συμβουλίου
Ασφαλείας, 353/1974, 354/1974, 355/1974, 357/1974, 358/1974, 360/1974 και
365/1974, καθώς και το ψήφισμα 3212/ΧΧΙΧ της Γενικής Συνελεύσεως. Τα
ψηφίσματα αυτά ζητούν κατ' ουσίαν τον τερματισμό της εξωτερικής στρατιωτικής
επεμβάσεως, τον σεβασμό της εδαφικής ακεραιότητας της Κύπρου και την εξεύρεση
ειρηνικής λύσεως από τα μέρη (σκέψη 11).
Και συνέχισε στη σκέψη 12 ότι «τον Νοέμβριο 1983, η εγκατεστημένη βορείως της
ζώνης ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών τουρκοκυπριακή κοινότητα κήρυξε την
ανεξαρτησία της ως κράτους υπό το όνομα “Τουρκική Δημοκρατία Βόρειας
Κύπρου”. Το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών διαφώνησε με την εν
λόγω προσπάθεια δημιουργίας αυτού του κράτους. Με το ψήφισμα 541/1983, το
Συμβούλιο Ασφαλείας θεώρησε την κήρυξη ανεξαρτησίας ως “νομικώς άκυρη και
(ζήτησε) να ανακληθεί”. Με το ψήφισμα 550/1984, το Συμβούλιο Ασφαλείας
επανέλαβε “την απευθυνθείσα προς όλα τα κράτη έκκληση να μην αναγνωρίσουν το
φερόμενο κράτος, καλούμενο “Τουρκική Δημοκρατία Βόρειας Κύπρου”, που
δημιουργήθηκε με την απόσχιση, και τους (ζήτησε) να μη ενθαρρύνουν ή βοηθούν
κατά κανένα τρόπο την προαναφερθείσα αποσχισθείσα οντότητα”. Κανένα κράτος,
εξαιρέσει της Τουρκίας, δεν αναγνώρισε τη φερομένη Τουρκική Δημοκρατία Βόρειας
Κύπρου».
Μάλιστα η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και οι Κάτω Χώρες, που ήσαν
την εποχή εκείνη επίσης μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας, ψήφισαν το ψήφισμα 541
καθώς και το ψήφισμα 550.
Επιπλέον ο Γενικός Εισαγγελέας παρατήρησε ότι «η Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό
Κοινοβούλιο, καθώς και οι Υπουργοί Εξωτερικών της Κοινότητας, συνελθόντες στο
πλαίσιο της ευρωπαϊκής πολιτικής συνεργασίας διαφώνησαν έναντι της μονομερούς
διακηρύξεως περί ανεξαρτησίας, στις 16 και 17 Νοεμβρίου 1983, με διακηρύξεις ή
ψηφίσματα, και επανέλαβαν την υποστήριξη τους προς τη νόμιμη Κυβέρνηση της
Κυπριακής Δημοκρατίας. Με διακήρυξη της 27ης Μαρτίου 1984, οι Υπουργοί
Εξωτερικών, συνελθόντες στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής πολιτικής συνεργασίας,
υποστήριξαν το ψήφισμα 541/1983 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων
Εθνών και εξέφρασαν τη δυσαρέσκεια τους για το ότι η Τουρκία αναγνώρισε τη
φερομένη Τουρκική Δημοκρατία Βόρειας Κύπρου» (σκέψη 13).
Ακολούθως στη σκέψη 16 μπαίνοντας στην ουσία της υπόθεσης ο Γενικός
Εισαγγελέας παρατήρησε ότι «μετά τη διακήρυξη περί ανεξαρτησίας του Νοεμβρίου
1983, η Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, σύμφωνα με τις παρασχεθείσες από
την Επιτροπή πληροφορίες, προέβη σε ρηματική διακοίνωση προς την Επιτροπή, με
την οποία διευκρίνισε ότι μόνο τα εμπορεύματα που συνοδεύονται από πιστοποιητικά
εκδοθέντα από την επίσημη κυβέρνηση, και τα οποία εξήχθησαν διά θαλάσσης ή
αεροπορικώς υπό τον έλεγχο της κυβερνήσεως, πληρούν τους όρους της συμφωνίας
συνδέσεως.
Επιπροσθέτως τόνισε ότι «η Επιτροπή ανέφερε ότι η ίδια ήταν ανέκαθεν της γνώμης
ότι οι αρχές των κρατών μελών μπορούν νομίμως να δέχονται τις εισαγωγές που
προέρχονται από το προς βορράν της ζώνης ασφαλείας κείμενο τμήμα της Κύπρου,
όταν τα υπό εξέταση εμπορεύματα συνοδεύονται από τα απαιτούμενα πιστοποιητικά
καταγωγής και φυτοϋγειονομικού ελέγχου, εκδοθέντα από την εγκατεστημένη στο
τμήμα αυτό της Κύπρου τουρκοκυπριακή κοινότητα, εφόσον τα πιστοποιητικά αυτά
δεν εκδίδονται στο όνομα της “Τουρκικής Δημοκρατίας Βόρειας Κύπρου” ή με
οποιαδήποτε άλλη ανάλογη ονομασία».
Και κατέληξε: «Κατά τη γνώμη μου, είναι αναμφισβήτητο ότι η de facto διχοτόμηση
του κυπριακού εδάφους, που ήταν η συνέπεια της εισβολής της Τουρκίας στην
Κύπρο, συνεπήγετο προβλήματα για τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες που ήταν δύσκολο
να λυθούν άπαξ και τέθηκε η αρχή ότι η συμφωνία εξακολουθούσε να εφαρμόζεται
επί του συνόλου της Κύπρου» (σκέψη 47).
Αυτό το στέρεο Κοινοτικό Κεκτημένο που έχει οδηγήσει επί δεκαετίες σε πλήρη
απομόνωση του ψευδοκράτους, επιχειρεί πλέον να ανατρέψει η Άγκυρα μέσω των
δήθεν ΜΟΕ που προτίθεται να δρομολογήσει η πρωτοβουλία του ΓΓ του ΟΗΕ
Αντόνιο Γκουτέρες για το Κυπριακό.




