Ο Άι Νικόλας: Σκέψεις για τη γειτονιά που καθημερινά με
αγκαλιάζει.
Με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου του Μανώλη Μ. Κουτσούκου
«Κάποτε… στον Άι Νικόλα», γεννήθηκαν μέσα μου σκέψεις για μια γειτονιά που τα
τελευταία είκοσι δύο χρόνια με αγκαλιάζει με αγάπη και με κάνει να νιώθω κομμάτι
της.
Η μεγάλη παρουσία του κόσμου στην εκδήλωση παρουσίασης, ανέδειξε τη
διαχρονική ανάγκη των ανθρώπων να συνδέονται με τις ρίζες και τις μνήμες τους. Οι
σελίδες του βιβλίου δεν μιλούν μόνο για μια γειτονιά, μιλούν για έναν τρόπο ζωής.
Για μια εποχή όπου οι άνθρωποι είχαν λιγότερα αγαθά, αλλά περισσότερους λόγους
να κοιτάζουν ο ένας τον άλλο στα μάτια.
Δεν μεγάλωσα στον Άι Νικόλα των δεκαετιών του ’50 και του ’60. Τον γνώρισα σε
μια διαφορετική εποχή. Ζώντας όμως εδώ με την οικογένειά μου για περισσότερες
από δύο δεκαετίες, ένιωσα πως δεν ήταν απλώς ο τόπος κατοικίας μου, αλλά μια
γειτονιά που με αγκάλιασε. Οι συνθήκες άλλαξαν, οι ρυθμοί έγιναν γρηγορότεροι και
η καθημερινότητα διαφορετική. Κι όμως, πολλές από τις αξίες που περιγράφει ο
συγγραφέας εξακολουθούν να υπάρχουν, ίσως με άλλη μορφή, αλλά με την ίδια
ουσία.
Ας μην ξεχνάμε ότι κάθε εποχή γράφει τις δικές της ιστορίες. Οι παλαιότεροι
μεταφέρουν σήμερα το άρωμα των παιδικών τους χρόνων, ενώ οι νέοι δημιουργούν
τις αναμνήσεις που αύριο θα διηγούνται στα δικά τους παιδιά. Γιατί οι γειτονιές δεν
ζουν μόνο μέσα από τα κτίριά τους, αλλά κυρίως μέσα από τις μνήμες που αφήνουν
στις ψυχές των ανθρώπων.
Ο Άι Νικόλας όμως, δεν κουβαλά μόνο κοινωνική ιστορία. Κουβαλά και μια
ξεχωριστή αρχιτεκτονική ταυτότητα. Η θέση του, ανάμεσα στην πόλη και τη
θάλασσα, του δίνει τη δυνατότητα να αποκτήσει στο μέλλον ένα σύγχρονο και
ζωντανό παραλιακό μέτωπο, ενταγμένο αρμονικά στο συνολικό θαλάσσιο πρόσωπο
της Ρόδου. Μια εξέλιξη που δεν αφορά μόνο την αισθητική αναβάθμιση της
περιοχής, αλλά τη δημιουργία μιας νέας σχέσης των κατοίκων με τον δημόσιο χώρο
και το φυσικό περιβάλλον.
Η μεγάλη πρόκληση είναι να προχωρήσουμε προς το μέλλον χωρίς να χάσουμε την
ψυχή της γειτονιάς. Να δημιουργήσουμε νέες δυνατότητες, διατηρώντας παράλληλα
το ανθρώπινο στοιχείο που έκανε τον Άι Νικόλα να ξεχωρίζει μέσα στον χρόνο.
Ίσως αυτό να είναι και το σημαντικότερο μήνυμα του βιβλίου: ότι οι πόλεις δεν
χτίζονται μόνο με πέτρα, τσιμέντο και σχέδια. Χτίζονται με μνήμες, σχέσεις και
όνειρα. Και όταν αυτά συνυπάρχουν, το παρελθόν δεν γίνεται βάρος, γίνεται πυξίδα.
Ας κρατήσουμε, λοιπόν, τις ιστορίες των παλαιότερων ως πολύτιμο φως για τον
δρόμο που έχουμε μπροστά μας και ας δώσουμε στους νέους τον χώρο να
δημιουργήσουν τις δικές τους.
Σε ευχαριστούμε, αξιαγάπητε Μανώλη, γιατί μέσα από το βιβλίο σου, μας ανοίγεις
τη φιλόξενη πόρτα αυτής της γειτονιάς, προσκαλώντας μας να χαράξουμε με γνώση,
ευαισθησία και αισιοδοξία τον δρόμο προς το μέλλον της.
Γιώργος Σάββενας.



